Η Σιωπηλή Δολοφόνος


Στην Κίνα του 9ου αιώνα, μια καλόγρια απαγάγει ένα δεκάχρονο κορίτσι με σκοπό να τη μυήσει στις πολεμικές τέχνες και να την μετατρέψει σε ψυχρή δολοφόνο.
Απώτερος στόχος η πάταξη της διαφθοράς. Όταν αποτύχει σε μία από τις αποστολές της, θα σταλεί πίσω στη γενέτειρα της για να σκοτώσει τον άντρα που προοριζόταν να παντρευτεί. Μετά από 13 χρόνια εξορίας, πρέπει να αντιμετωπίσει την οικογένεια της, τις αναμνήσεις της και τα καταπιεσμένα της συναισθήματα. Θα πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στον άντρα που αγαπά και τον ιερό σκοπό που πλέον υπηρετεί.

Σημείωμα σκηνοθέτη

(*Η ταινία είναι τοποθετημένη στην Κίνα του 9ου αιώνα, προς τα τέλη της Δυναστείας των Τανγκ (618-907 μ.Χ. ). Η περίοδος είναι γνωστή για τα «τσουάνκι», ιστορίες στην κινέζικη γλώσσα με μυστικιστικά και φανταστικά στοιχεία).


«Έμαθα και αγάπησα τα τσουάνκι της Δυναστείας των Τανγκ όσο σπούδαζα, κι ονειρευόμουν για πολλά χρόνια νατα κινηματογραφήσω. Η Σιωπηλή Δολοφόνος είναι εμπνευσμένη από ένα από αυτά με τίτλο Nie Yinniang. Η βασική ιδέα πηγάζει από εκεί. Η λογοτεχνία της εποχής πλημμυρίζει από λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, θα μπορούσε κανείς να τις χαρακτηρίσει «ρεαλιστικές». Χρειαζόμουν κάτι περισότερο όμως για την ταινία, και πέρασα πολύ χρόνο μελετώντας πως οι άνθρωποι αυτής της περιόδου, έτρωγαν, ντυνόντουσαν κτλ. Έδωσα πολύ μεγάλη προσοχή στις λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, υπήρχαν δύο τρόποι που έκανε κανείς μπάνιο, αναλόγως την κοινωνική του θέση και οικονομική κατάσταση. Προσπάθησα να κατανοήσω και το πολιτικό πλαίσιο της ιστορίας. Ήταν μια χαοτική περίοδος, στην οποία η τοπική διοίκηση αμφισβήτησε την εξουσία των Τανγκ- κάποιες μάλιστα περιοχές προσπάθησαν να αποσχιστούν με τη βία. Παραδόξως, αυτές οι περιοχές είχαν δημιουργηθεί από την ίδια την αυτοκρατορία, όταν τις ενίσχυσε με στρατιωτικές φρουρές για προστασία από εξωτερικές απειλές.

Μετά από μια συνεχόμενη σειρά εξεγέρσεων, η Δυναστεία των Τανγκ τελικά έπεσε το 907, και η αυτοκρατορία διασπάστηκε. Μακάρι να μπορούσα να επικοινωνήσω με τη Δυναστεία, για να έχω μια ταινία πολύ κοντά στην ιστορική αλήθεια».

(*Η Σιωπηλή Δολοφόνος είναι μία ταινία πολεμικών τεχνών ή όπως αποκαλείται wuxia (γουσιά). Η λέξη wuxia που προέρχεται από τα συνθετικά γου και σιά, στην κυριολεξία σημαίνει ήρωας των πολεμικών τεχνών. Πρόκειται για είδος Κινεζικής μυθοπλασίας που συνήθως αφορά τις περιπέτειες των καλλιτεχνών της πολεμικής τέχνης στην αρχαία Κίνα. Αρχικά, ήταν μορφή λογοτεχνίας, αλλά έγινε δημοφιλής στην όπερα, τον κινηματογράφο και τα video games).


«Η Σιωπηλή Δολοφόνος ανήκει στο είδος των ταινιών wuxia. Το Κινεζικό σινεμά έχει συνδεθεί με αυτό το είδος για τόσο πολύ καιρό, αλλά για μένα ήταν ένα μακρύ ταξίδι προς την ωριμότητα. Όταν ήμουν παιδί στην Ταϊβάν το 1950, η σχολική μας βιβλιοθήκη είχε πάρα πολλά wuxia μυθιστορήματα. Τα λάτρευα, τα έχω διαβάσει όλα. Μου άρεσε επίσης πολύ να διαβάζω φανταστικές ιστορίες ξένων συγγραφέων όπως ήταν ο Ιούλιος Βερν. Φυσικά, υπήρχαν και οι wuxia ταινίες από το Χονγκ Κονγκ, γνωστές στη Δύση ως ταινίες κουνγκ-φου. Ήθελα κάποια στιγμή να δοκιμάσω το είδος κι εγώ, αλλά σε μια ρεαλιστική διατύπωση που ταιριάζει με το ταμπεραμέντο μου. Δεν είναι του στυλ μου να έχω μαχητές που πετάνε ή κάνουν πιρουέτες στον αέρα- δεν είναι ο τρόπος μου και δε μπορούσα να το κάνω έτσι. Προτιμώ τα πόδια μου στο έδαφος. Οι σκηνές μάχης στην ταινία έχουν τέτοιες αναφορές, αλλά δεν είναι ο πυρήνας του δράματος. Πέρα απ’όλα τα άλλα, πρέπει να σκεφτώ και τους ηθοποιούς μου. Ακόμη και με προστατευτικά και όλα τα μέτρα ασφαλείας, αυτές οι σκηνές είναι απαραιτήτως βίαιες. Η Σου Κι τελείωνε κάθε σκηνή μάχης καλυμμένη με μελανιές. Η μεγαλύτερη επιρροή μου είναι Ιαπωνικές ταινίες σαμουράι του Κουροσάβα κι άλλων σκηνοθετών, όπου πραγματική σημασία έχει η φιλοσοφία του να είναι κανείς σαμουράι, παρά οι ίδιες οι σκηνές δράσης. Είναι απλά το μέσο για το σκοπό».

«Δε με απασχόλησαν ποτέ ιδιαίτερα οι επεξηγήσεις, ειδικά οι ψυχολογικές. Αν μια ταινία είναι ένας ποταμός, ή ακόμη καλύτερα ένας χείμαρρος, με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο η πορεία που παίρνει, η ταχύτητα της, οι παρακάμψεις που κάνει, από που πηγάζει και που καταλήγει. Για μένα ο θεατής είναι κάποιος που κάθεται στην όχθη του χειμάρρου, που δέχεται ό,τι ρέει δίπλα του, τις αναταραχές της κίνησης και τις στιγμές ηρεμίας. Ελπίζω ωστόσο ότι είναι και κάποιος που βυθίζεται στο κύμα, που -τον παρασέρνει μέσα από τη δική του φαντασία».